αεροπυροσβεστικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αεροπυροσβεστικός η αεροπυροσβεστική το αεροπυροσβεστικό
      γενική του αεροπυροσβεστικού της αεροπυροσβεστικής του αεροπυροσβεστικού
    αιτιατική τον αεροπυροσβεστικό την αεροπυροσβεστική το αεροπυροσβεστικό
     κλητική αεροπυροσβεστικέ αεροπυροσβεστική αεροπυροσβεστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αεροπυροσβεστικοί οι αεροπυροσβεστικές τα αεροπυροσβεστικά
      γενική των αεροπυροσβεστικών των αεροπυροσβεστικών των αεροπυροσβεστικών
    αιτιατική τους αεροπυροσβεστικούς τις αεροπυροσβεστικές τα αεροπυροσβεστικά
     κλητική αεροπυροσβεστικοί αεροπυροσβεστικές αεροπυροσβεστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αεροπυροσβεστικός < αεροπυρόσβεση + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσεβσορυπορεα

αεροπυροσβεστικός

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά