αεροϋγειονομείο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αεροϋγειονομείο τα αεροϋγειονομεία
      γενική του αεροϋγειονομείου των αεροϋγειονομείων
    αιτιατική το αεροϋγειονομείο τα αεροϋγειονομεία
     κλητική αεροϋγειονομείο αεροϋγειονομεία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αεροϋγειονομείο < αερο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αερο- (νέα ελληνικά) + υγειονομείο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιεμονοιεγυορεα

αεροϋγειονομείο ουδέτερο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οιεμονοιεγυορεα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αερο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)