αθυρματοποιός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοιοποταμρυθα
αθυρματοποιός αρσενικό
- (επάγγελμα)Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) που κατασκευάζει αθύρματα (παιχνίδια)
Μεταφράσεις
αθυρματοποιός
|
|