αιγοπροβατοτρόφος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η αιγοπροβατοτρόφος οι αιγοπροβατοτρόφοι
      γενική του/της αιγοπροβατοτρόφου των αιγοπροβατοτρόφων
    αιτιατική τον/την αιγοπροβατοτρόφο τους/τις αιγοπροβατοτρόφους
     κλητική αιγοπροβατοτρόφε αιγοπροβατοτρόφοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αιγοπροβατοτρόφος < αίγα + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + πρόβατο + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -τρόφοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τρόφος (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοφορτοταβορπογια

αιγοπροβατοτρόφος αρσενικό ή θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοφορτοταβορπογια
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τρόφος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)