αιδεσιμολογιότατος

Δείτε επίσης: αιδεσιμότατος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αιδεσιμολογιότατος οι αιδεσιμολογιότατοι
      γενική του αιδεσιμολογιότατου
& αιδεσιμολογιοτάτου
των αιδεσιμολογιότατων
& αιδεσιμολογιοτάτων
    αιτιατική τον αιδεσιμολογιότατο τους αιδεσιμολογιότατους
& αιδεσιμολογιοτάτους
     κλητική αιδεσιμολογιότατε αιδεσιμολογιότατοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αιδεσιμολογιότατος < αιδέσιμος + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + λογιότατος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτατοιγολομισεδια

αιδεσιμολογιότατος αρσενικό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοτατοιγολομισεδια
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Θρησκεία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)