αιμορραγήσετε

Νέα ελληνικά (el)

Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)

αιμορραγήσετε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αιμορραγώ
  2. θα αιμορραγήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αιμορραγώ Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ετεσηγαρρομια
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)