αινιγματολογία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αινιγματολογία οι αινιγματολογίες
      γενική της αινιγματολογίας των αινιγματολογιών
    αιτιατική την αινιγματολογία τις αινιγματολογίες
     κλητική αινιγματολογία αινιγματολογίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιγολοταμγινια

αινιγματολογία θηλυκό

  1. η γριφολογία, ο αινιγματικός-αινιγματώδης-γριφώδης λόγος, ομιλία γεμάτη γρίφους
  2. η ενασχόληση με γρίφους (ή με την επίλυσή τους) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιγολοταμγινια
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)