αισχροκέρδεια

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αισχροκέρδεια οι αισχροκέρδειες
      γενική της αισχροκέρδειας των αισχροκερδειών
    αιτιατική την αισχροκέρδεια τις αισχροκέρδειες
     κλητική αισχροκέρδεια αισχροκέρδειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αισχροκέρδεια < αισχρό + κέρδος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιεδρεκορχσια

αισχροκέρδεια θηλυκό

  • η επιδίωξη ή επίτευξη αισχρού (παράνομου) κέρδους

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιεδρεκορχσια
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)