αισχροκέρδησε
Νέα ελληνικά (el)
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
αισχροκέρδησε
- γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
- β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#εσηδρεκορχσια