αισχροκερδήσετε

Νέα ελληνικά (el)

Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)

αισχροκερδήσετε

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αισχροκερδώ
  2. θα αισχροκερδήσετε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αισχροκερδώ Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ετεσηδρεκορχσια
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)