αιωρόπτερο

Νέα ελληνικά (el)

αιωροπτεριστής σε αιωρόπτερο
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αιωρόπτερο τα αιωρόπτερα
      γενική του αιωρόπτερου των αιωρόπτερων
    αιτιατική το αιωρόπτερο τα αιωρόπτερα
     κλητική αιωρόπτερο αιωρόπτερα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αιωρόπτερο < αιωρώ + -ο- + -πτερο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορετπορωια

αιωρόπτερο ουδέτερο

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ορετπορωια
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)