ακουομετρικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ακουομετρικός < ακουομετρία + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιρτεμουοκα
ακουομετρικός
- που έχει σχέση με την ακουομετρία ή αναφέρεται σʼ αυτή
Άλλες μορφές
Μεταφράσεις
ακουομετρικός
|