ακριβοζυγισμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακριβοζυγισμένος η ακριβοζυγισμένη το ακριβοζυγισμένο
      γενική του ακριβοζυγισμένου της ακριβοζυγισμένης του ακριβοζυγισμένου
    αιτιατική τον ακριβοζυγισμένο την ακριβοζυγισμένη το ακριβοζυγισμένο
     κλητική ακριβοζυγισμένε ακριβοζυγισμένη ακριβοζυγισμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακριβοζυγισμένοι οι ακριβοζυγισμένες τα ακριβοζυγισμένα
      γενική των ακριβοζυγισμένων των ακριβοζυγισμένων των ακριβοζυγισμένων
    αιτιατική τους ακριβοζυγισμένους τις ακριβοζυγισμένες τα ακριβοζυγισμένα
     κλητική ακριβοζυγισμένοι ακριβοζυγισμένες ακριβοζυγισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ακριβοζυγισμένος < ακριβο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ακριβο- (νέα ελληνικά) + ζυγισμένος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσιγυζοβιρκα

ακριβοζυγισμένος, -η, -ο

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ακριβο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά