ακροπτερύγιο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ακροπτερύγιο | τα | ακροπτερύγια |
| γενική | του | ακροπτερύγιου & ακροπτερυγίου |
των | ακροπτερύγιων & ακροπτερυγίων |
| αιτιατική | το | ακροπτερύγιο | τα | ακροπτερύγια |
| κλητική | ακροπτερύγιο | ακροπτερύγια | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιγυρετπορκα
ακροπτερύγιο ουδέτερο
- η άκρη ενός πτερυγίου (αεροπλάνου, πουλιού κ.λπ.)