ακτινομετρικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ακτινομετρικός η ακτινομετρική το ακτινομετρικό
      γενική του ακτινομετρικού της ακτινομετρικής του ακτινομετρικού
    αιτιατική τον ακτινομετρικό την ακτινομετρική το ακτινομετρικό
     κλητική ακτινομετρικέ ακτινομετρική ακτινομετρικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ακτινομετρικοί οι ακτινομετρικές τα ακτινομετρικά
      γενική των ακτινομετρικών των ακτινομετρικών των ακτινομετρικών
    αιτιατική τους ακτινομετρικούς τις ακτινομετρικές τα ακτινομετρικά
     κλητική ακτινομετρικοί ακτινομετρικές ακτινομετρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ακτινομετρικός < ακτινόμετρο/ακτινομετρία + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιρτεμονιτκα

ακτινομετρικός

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιρτεμονιτκα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά