ακτινοτεχνολογία
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιγολονχετονιτκα
ακτινοτεχνολογία θηλυκό
- (ιατρικήΚατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά), φυσικήΚατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά)) κλάδος που συνδυάζει φυσικές αρχές και τεχνολογικά μέσα για τη χρήση ιοντιζουσών ακτινοβολιών στην ιατρική διάγνωση και θεραπεία, με έμφαση στην ακρίβεια, την ασφάλεια και τη βελτιστοποίηση της απεικόνισης ή της ακτινοθεραπείας
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
ακτινοτεχνολογία
Αναφορές
- ↑ ακτινοτεχνολογία - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ακτινο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά)