αλατοκορτικοειδή
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τα | αλατοκορτικοειδή | ||
| γενική | των | αλατοκορτικοειδών | ||
| αιτιατική | τα | αλατοκορτικοειδή | ||
| κλητική | αλατοκορτικοειδή | |||
| Κατηγορία όπως «αιλουροειδές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηδιεοκιτροκοταλα
αλατοκορτικοειδή ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό
- (βιοχημεία)Κατηγορία:Βιοχημεία (νέα ελληνικά) ορμόνες που εκκρίνονται από τον φλοιό των επινεφριδίων και ρυθμίζουν την κατακράτηση νατρίου και την αποβολή καλίου, συμβάλλοντας στην ισορροπία των υγρών και των ηλεκτρολυτών του σώματος
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
αλατοκορτικοειδή
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Βιοχημεία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αλατο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αιλουροειδές' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)