αλευροβιομήχανος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αλευροβιομήχανος οι αλευροβιομήχανοι
      γενική του αλευροβιομήχανου
& αλευροβιομηχάνου
των αλευροβιομήχανων
& αλευροβιομηχάνων
    αιτιατική τον αλευροβιομήχανο τους αλευροβιομήχανους
& αλευροβιομηχάνους
     κλητική αλευροβιομήχανε αλευροβιομήχανοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αλευροβιομήχανος < αλευροβιομηχαν(ία) + ος. Αναλύεται σε αλευρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αλευρο- (νέα ελληνικά) + βιομήχανοςΚατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'βιομήχανος' (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοναχημοιβορυελα

αλευροβιομήχανος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο ιδιοκτήτης αλευροβιομηχανίας
  2. (επάγγελμα)Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) ο βιομήχανος παραγωγής αλεύρων

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοναχημοιβορυελα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αλευρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'βιομήχανος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)