αλευροβιοτέχνης
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αλευροβιοτέχνης < αλευροβιοτεχνία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηνχετοιβορυελα
αλευροβιοτέχνης αρσενικό ή θηλυκό
- ο ιδιοκτήτης αλευροβιοτεχνίας
- ο βιοτέχνης παραγωγής ή επεξεργασίας αλεύρων
Μεταφράσεις
αλευροβιοτέχνης
|
|