αλευροβιοτεχνία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αλευροβιοτεχνία οι αλευροβιοτεχνίες
      γενική της αλευροβιοτεχνίας των αλευροβιοτεχνιών
    αιτιατική την αλευροβιοτεχνία τις αλευροβιοτεχνίες
     κλητική αλευροβιοτεχνία αλευροβιοτεχνίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αλευροβιοτεχνία < άλευρα + βιοτεχνίαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τεχνία (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αινχετοιβορυελα

αλευροβιοτεχνία θηλυκό

  • βιοτεχνία παραγωγής αλεύρων, ή συσκευασίας και διάθεσης αυτών

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αινχετοιβορυελα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τεχνία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)