αλευροπασάλειμμα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αλευροπασάλειμμα τα αλευροπασαλείμματα
      γενική του αλευροπασαλείμματος των αλευροπασαλειμμάτων
    αιτιατική το αλευροπασάλειμμα τα αλευροπασαλείμματα
     κλητική αλευροπασάλειμμα αλευροπασαλείμματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αλευροπασάλειμμα < αλεύρι + πασάλειμμα

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αμμιελασαπορυελα

αλευροπασάλειμμα ουδέτερο, πληθυντικός αλευροπασαλείμματα

  1. πασάλειμμα από αλεύρι
  2. αλευρογύρισμα

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αμμιελασαπορυελα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'όνομα' (νέα ελληνικά)