αλευροχαρμανιέρα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αλευροχαρμανιέρα | οι | αλευροχαρμανιέρες |
| γενική | της | αλευροχαρμανιέρας | — | |
| αιτιατική | την | αλευροχαρμανιέρα | τις | αλευροχαρμανιέρες |
| κλητική | αλευροχαρμανιέρα | αλευροχαρμανιέρες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- αλευροχαρμανιέρα < αλεύρι + χαρμανιέρα
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αρειναμραχορυελα
αλευροχαρμανιέρα θηλυκό
- μηχανή αλευροποιίας που παρασκευάζει αλευροχαρμάνι από διάφορους τύπους αλεύρων, κάθετης, οριζόντιας ή κλιμακωτής διάταξης
Αντώνυμα
Μεταφράσεις
αλευροχαρμανιέρα
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)