αλημματογράφητος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αλημματογράφητος η αλημματογράφητη το αλημματογράφητο
      γενική του αλημματογράφητου της αλημματογράφητης του αλημματογράφητου
    αιτιατική τον αλημματογράφητο την αλημματογράφητη το αλημματογράφητο
     κλητική αλημματογράφητε αλημματογράφητη αλημματογράφητο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αλημματογράφητοι οι αλημματογράφητες τα αλημματογράφητα
      γενική των αλημματογράφητων των αλημματογράφητων των αλημματογράφητων
    αιτιατική τους αλημματογράφητους τις αλημματογράφητες τα αλημματογράφητα
     κλητική αλημματογράφητοι αλημματογράφητες αλημματογράφητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αλημματογράφητος < α- + λημματογραφώ + -τος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτηφαργοταμμηλα

αλημματογράφητος

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοτηφαργοταμμηλα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά