αλητοτουρίστας
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γαλαξίας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αλητοτουρίστας < αλήτ(ης) + -ό-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) + τουρίστας
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σατσιρυοτοτηλα
αλητοτουρίστας αρσενικό (θηλυκό αλητοτουρίστρια)
- (μειωτικό)Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά) τουρίστας που φαίνεται να μην έχει πολλά χρήματα, ταξίδευει με σακίδιο στην πλάτη, δείχνει κακοντυμένος και συνήθως διανυκτερεύει στην ύπαιθρο (ελεύθερο κάμπινγκ)
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
αλητοτουρίστας
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γαλαξίας' (νέα ελληνικά)