αλληλοεξαρτώμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αλληλοεξαρτώμαι < αλληλο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αλληλο- (νέα ελληνικά) + εξαρτώμαι
ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμωτραξεοληλλα
αλληλοεξαρτώμαι (συνήθως στον πληθυντικό)
Άλλες μορφές
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αλληλοεξαρτώμαι | αλληλοεξαρτόμουν | θα αλληλοεξαρτώμαι | να αλληλοεξαρτώμαι | ||
| β' ενικ. | αλληλοεξαρτάσαι | αλληλοεξαρτόσουν | θα αλληλοεξαρτάσαι | να αλληλοεξαρτάσαι | ||
| γ' ενικ. | αλληλοεξαρτάται | αλληλοεξαρτόταν | θα αλληλοεξαρτάται | να αλληλοεξαρτάται | ||
| α' πληθ. | αλληλοεξαρτώμεθα - αλληλοεξαρτόμαστε | αλληλοεξαρτόμασταν | θα αλληλοεξαρτώμεθα - αλληλοεξαρτόμαστε | να αλληλοεξαρτώμεθα - αλληλοεξαρτόμαστε | ||
| β' πληθ. | αλληλοεξαρτάσθε - αλληλοεξαρτάστε | αλληλοεξαρτόσασταν | θα αλληλοεξαρτάσθε - αλληλοεξαρτάστε | να αλληλοεξαρτάσθε - αλληλοεξαρτάστε | αλληλοεξαρτάσθε - αλληλοεξαρτάστε | |
| γ' πληθ. | αλληλοεξαρτώνται | αλληλοεξαρτόνταν - αλληλοεξαρτόντουσαν | θα αλληλοεξαρτώνται | να αλληλοεξαρτώνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αλληλοεξαρτήθηκα | θα αλληλοεξαρτηθώ | να αλληλοεξαρτηθώ | αλληλοεξαρτηθεί | ||
| β' ενικ. | αλληλοεξαρτήθηκες | θα αλληλοεξαρτηθείς | να αλληλοεξαρτηθείς | αλληλοεξαρτήσου | ||
| γ' ενικ. | αλληλοεξαρτήθηκε | θα αλληλοεξαρτηθεί | να αλληλοεξαρτηθεί | |||
| α' πληθ. | αλληλοεξαρτηθήκαμε | θα αλληλοεξαρτηθούμε | να αλληλοεξαρτηθούμε | |||
| β' πληθ. | αλληλοεξαρτηθήκατε | θα αλληλοεξαρτηθείτε | να αλληλοεξαρτηθείτε | αλληλοεξαρτηθείτε | ||
| γ' πληθ. | αλληλοεξαρτήθηκαν αλληλοεξαρτηθήκαν(ε) |
θα αλληλοεξαρτηθούν(ε) | να αλληλοεξαρτηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αλληλοεξαρτηθεί | είχα αλληλοεξαρτηθεί | θα έχω αλληλοεξαρτηθεί | να έχω αλληλοεξαρτηθεί | αλληλοεξαρτημένος | |
| β' ενικ. | έχεις αλληλοεξαρτηθεί | είχες αλληλοεξαρτηθεί | θα έχεις αλληλοεξαρτηθεί | να έχεις αλληλοεξαρτηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αλληλοεξαρτηθεί | είχε αλληλοεξαρτηθεί | θα έχει αλληλοεξαρτηθεί | να έχει αλληλοεξαρτηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αλληλοεξαρτηθεί | είχαμε αλληλοεξαρτηθεί | θα έχουμε αλληλοεξαρτηθεί | να έχουμε αλληλοεξαρτηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αλληλοεξαρτηθεί | είχατε αλληλοεξαρτηθεί | θα έχετε αλληλοεξαρτηθεί | να έχετε αλληλοεξαρτηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αλληλοεξαρτηθεί | είχαν αλληλοεξαρτηθεί | θα έχουν αλληλοεξαρτηθεί | να έχουν αλληλοεξαρτηθεί | ||
Μεταφράσεις
αλληλοεξαρτώμαι
|
|