αλληλοεξοντωτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αλληλοεξοντωτικός η αλληλοεξοντωτική το αλληλοεξοντωτικό
      γενική του αλληλοεξοντωτικού της αλληλοεξοντωτικής του αλληλοεξοντωτικού
    αιτιατική τον αλληλοεξοντωτικό την αλληλοεξοντωτική το αλληλοεξοντωτικό
     κλητική αλληλοεξοντωτικέ αλληλοεξοντωτική αλληλοεξοντωτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αλληλοεξοντωτικοί οι αλληλοεξοντωτικές τα αλληλοεξοντωτικά
      γενική των αλληλοεξοντωτικών των αλληλοεξοντωτικών των αλληλοεξοντωτικών
    αιτιατική τους αλληλοεξοντωτικούς τις αλληλοεξοντωτικές τα αλληλοεξοντωτικά
     κλητική αλληλοεξοντωτικοί αλληλοεξοντωτικές αλληλοεξοντωτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αλληλοεξοντωτικός < αλληλοεξοντώνομαι + -τικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτωτνοξεοληλλα

αλληλοεξοντωτικός

Συνώνυμα

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτωτνοξεοληλλα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά