αμμοαργιλώδης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αμμοαργιλώδης η αμμοαργιλώδης το αμμοαργιλώδες
      γενική του αμμοαργιλώδους της αμμοαργιλώδους του αμμοαργιλώδους
    αιτιατική τον αμμοαργιλώδη την αμμοαργιλώδη το αμμοαργιλώδες
     κλητική αμμοαργιλώδη(ς) αμμοαργιλώδης αμμοαργιλώδες
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αμμοαργιλώδεις οι αμμοαργιλώδεις τα αμμοαργιλώδη
      γενική των αμμοαργιλωδών των αμμοαργιλωδών των αμμοαργιλωδών
    αιτιατική τους αμμοαργιλώδεις τις αμμοαργιλώδεις τα αμμοαργιλώδη
     κλητική αμμοαργιλώδεις αμμοαργιλώδεις αμμοαργιλώδη
Κατηγορία όπως «μανιώδης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μανιώδης' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αμμοαργιλώδης < άμμος + αργιλώδης

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σηδωλιγραομμα

αμμοαργιλώδης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σηδωλιγραομμα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γεωλογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μανιώδης' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά