αμοραλίστρια

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αμοραλίστρια οι αμοραλίστριες
      γενική της αμοραλίστριας των αμοραλιστριών
    αιτιατική την αμοραλίστρια τις αμοραλίστριες
     κλητική αμοραλίστρια αμοραλίστριες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αμοραλίστρια < αμοραλιστής + κατάληξη θηλυκού -ίστριαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίστρια (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιρτσιλαρομα

αμοραλίστρια θηλυκό

 δείτε τη λέξη  αμοραλιστής

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιρτσιλαρομα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίστρια (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)