αμυγδαλοβούτυρο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | αμυγδαλοβούτυρο | τα | αμυγδαλοβούτυρα |
| γενική | του | αμυγδαλοβούτυρου & αμυγδαλοβουτύρου |
των | αμυγδαλοβούτυρων & αμυγδαλοβουτύρων |
| αιτιατική | το | αμυγδαλοβούτυρο | τα | αμυγδαλοβούτυρα |
| κλητική | αμυγδαλοβούτυρο | αμυγδαλοβούτυρα | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- αμυγδαλοβούτυρο < αμύγδαλ(ο) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + βούτυρο
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.mi.ɣða.loˈvu.ti.ɾo/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐μυ‐γδα‐λο‐βού‐τυ‐ρο
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορυτυοβολαδγυμα
αμυγδαλοβούτυρο ουδέτερο
- (γαστρονομία)Κατηγορία:Γαστρονομία (νέα ελληνικά) πολτός ψημένων και τριμμένων αμυγδάλων που μοιάζει με βούτυρο
Μεταφράσεις
αμυγδαλοβούτυρο
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)