αμυγδαλοσπαστήρας

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αμυγδαλοσπαστήρας οι αμυγδαλοσπαστήρες
      γενική του αμυγδαλοσπαστήρα των αμυγδαλοσπαστήρων
    αιτιατική τον αμυγδαλοσπαστήρα τους αμυγδαλοσπαστήρες
     κλητική αμυγδαλοσπαστήρα αμυγδαλοσπαστήρες
Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αγώνας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αμυγδαλοσπαστήρας < αμύγδαλ(ο) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + σπαστήρας

Προφορά

ΔΦΑ : /a.mi.ɣða.lo.spaˈsti.ɾas/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αμυγδαλοσπαστήρας

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαρητσαπσολαδγυμα

αμυγδαλοσπαστήρας αρσενικό

  1. (εργαλείοΚατηγορία:Εργαλεία (νέα ελληνικά), τεχνολογίαΚατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά)) ο αποφλοιωτής αμυγδάλων
  2. οι εγκαταστάσεις για την εξαγωγή αποφλοιωμένων αμυγδάλων

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σαρητσαπσολαδγυμα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Εργαλεία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αγώνας' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά)