αμυγδαλωτός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αμυγδαλωτός η αμυγδαλωτή το αμυγδαλωτό
      γενική του αμυγδαλωτού της αμυγδαλωτής του αμυγδαλωτού
    αιτιατική τον αμυγδαλωτό την αμυγδαλωτή το αμυγδαλωτό
     κλητική αμυγδαλωτέ αμυγδαλωτή αμυγδαλωτό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αμυγδαλωτοί οι αμυγδαλωτές τα αμυγδαλωτά
      γενική των αμυγδαλωτών των αμυγδαλωτών των αμυγδαλωτών
    αιτιατική τους αμυγδαλωτούς τις αμυγδαλωτές τα αμυγδαλωτά
     κλητική αμυγδαλωτοί αμυγδαλωτές αμυγδαλωτά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αμυγδαλωτός < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτωλαδγυμα

αμυγδαλωτός

  1. που έχει το σχήμα αμυγδάλου, ελλειψοειδής αλλά στρογγυλός στο ένα άκρο και μυτερός στο άλλο
  2. που περιέχει αμύγδαλα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοτωλαδγυμα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά