αναβαθμολογητής
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αναβαθμολογητής < αναβαθμολογώ + -τήςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τής (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητηγολομθαβανα
αναβαθμολογητής αρσενικό (θηλυκό αναβαθμολογήτρια)
- κάποιος που αναβαθμολογεί
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Σε περίπτωση που μεταξύ των δυο συνολικών βαθμολογιών υπάρχει διαφορά μεγαλύτερη από το 10% της μέγιστης δυνατής βαθμολογίας του μαθήματος, τότε το γραπτό δοκίμιο αναβαθμολογείται με την ακόλουθη διαδικασία: (α) Καλύπτονται οι βαθμολογίες των δύο βαθμολογητών και ο αναβαθμολογητής βαθμολογεί το γραπτό χωρίς να τις γνωρίζει. (Ο περί Διεξαγωγής των Παγκύπριων Εξετάσεων Νόμος του 2006 (22(I)/2006), cylaw.org, 2006 )
Μεταφράσεις
αναβαθμολογητής
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τής (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)