αναβαθμολογητής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αναβαθμολογητής οι αναβαθμολογητές
      γενική του αναβαθμολογητή των αναβαθμολογητών
    αιτιατική τον αναβαθμολογητή τους αναβαθμολογητές
     κλητική αναβαθμολογητή αναβαθμολογητές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αναβαθμολογητής < αναβαθμολογώ + -τήςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τής (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητηγολομθαβανα

αναβαθμολογητής αρσενικό (θηλυκό αναβαθμολογήτρια)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητηγολομθαβανα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τής (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)