αναβαθμολογούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
αναβαθμολογούμαι
- παθητική φωνή του ρήματος αναβαθμολογώ
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Σε περίπτωση που μεταξύ των δυο συνολικών βαθμολογιών υπάρχει διαφορά μεγαλύτερη από το 10% της μέγιστης δυνατής βαθμολογίας του μαθήματος, τότε το γραπτό δοκίμιο αναβαθμολογείται με την ακόλουθη διαδικασία: (α) Καλύπτονται οι βαθμολογίες των δύο βαθμολογητών και ο αναβαθμολογητής βαθμολογεί το γραπτό χωρίς να τις γνωρίζει. (Ο περί Διεξαγωγής των Παγκύπριων Εξετάσεων Νόμος του 2006 (22(I)/2006), cylaw.org, 2006 )
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αναβαθμολογούμαι | αναβαθμολογούμουν | θα αναβαθμολογούμαι | να αναβαθμολογούμαι | ||
| β' ενικ. | αναβαθμολογείσαι | αναβαθμολογούσουν | θα αναβαθμολογείσαι | να αναβαθμολογείσαι | ||
| γ' ενικ. | αναβαθμολογείται | αναβαθμολογούνταν | θα αναβαθμολογείται | να αναβαθμολογείται | ||
| α' πληθ. | αναβαθμολογούμαστε | αναβαθμολογούμασταν αναβαθμολογούμαστε |
θα αναβαθμολογούμαστε | να αναβαθμολογούμαστε | ||
| β' πληθ. | αναβαθμολογείστε | αναβαθμολογούσασταν αναβαθμολογούσαστε |
θα αναβαθμολογείστε | να αναβαθμολογείστε | αναβαθμολογείστε | |
| γ' πληθ. | αναβαθμολογούνται | αναβαθμολογούνταν | θα αναβαθμολογούνται | να αναβαθμολογούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αναβαθμολογήθηκα | θα αναβαθμολογηθώ | να αναβαθμολογηθώ | αναβαθμολογηθεί | ||
| β' ενικ. | αναβαθμολογήθηκες | θα αναβαθμολογηθείς | να αναβαθμολογηθείς | αναβαθμολογήσου | ||
| γ' ενικ. | αναβαθμολογήθηκε | θα αναβαθμολογηθεί | να αναβαθμολογηθεί | |||
| α' πληθ. | αναβαθμολογηθήκαμε | θα αναβαθμολογηθούμε | να αναβαθμολογηθούμε | |||
| β' πληθ. | αναβαθμολογηθήκατε | θα αναβαθμολογηθείτε | να αναβαθμολογηθείτε | αναβαθμολογηθείτε | ||
| γ' πληθ. | αναβαθμολογήθηκαν αναβαθμολογηθήκαν(ε) |
θα αναβαθμολογηθούν(ε) | να αναβαθμολογηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αναβαθμολογηθεί | είχα αναβαθμολογηθεί | θα έχω αναβαθμολογηθεί | να έχω αναβαθμολογηθεί | αναβαθμολογημένος | |
| β' ενικ. | έχεις αναβαθμολογηθεί | είχες αναβαθμολογηθεί | θα έχεις αναβαθμολογηθεί | να έχεις αναβαθμολογηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αναβαθμολογηθεί | είχε αναβαθμολογηθεί | θα έχει αναβαθμολογηθεί | να έχει αναβαθμολογηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αναβαθμολογηθεί | είχαμε αναβαθμολογηθεί | θα έχουμε αναβαθμολογηθεί | να έχουμε αναβαθμολογηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αναβαθμολογηθεί | είχατε αναβαθμολογηθεί | θα έχετε αναβαθμολογηθεί | να έχετε αναβαθμολογηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αναβαθμολογηθεί | είχαν αναβαθμολογηθεί | θα έχουν αναβαθμολογηθεί | να έχουν αναβαθμολογηθεί | ||
Μεταφράσεις
αναβαθμολογούμαι
|
|