αναγορευτικός

Δείτε επίσης: αναγορεύσιμος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναγορευτικός η αναγορευτική το αναγορευτικό
      γενική του αναγορευτικού της αναγορευτικής του αναγορευτικού
    αιτιατική τον αναγορευτικό την αναγορευτική το αναγορευτικό
     κλητική αναγορευτικέ αναγορευτική αναγορευτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναγορευτικοί οι αναγορευτικές τα αναγορευτικά
      γενική των αναγορευτικών των αναγορευτικών των αναγορευτικών
    αιτιατική τους αναγορευτικούς τις αναγορευτικές τα αναγορευτικά
     κλητική αναγορευτικοί αναγορευτικές αναγορευτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αναγορευτικός < αναγορεύω + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτυερογανα

αναγορευτικός, -ή, -όχι που έχει σχέση με την αναγόρευση ή αναφέρεται σʼ αυτή

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτυερογανα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά