αναγουλιαστικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αναγουλιαστικός < αναγουλιάζ(ω) + -τικός
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσαιλυογανα
αναγουλιαστικός, -ή, -ό
- που φέρνει αναγούλα
Συνώνυμα
Συγγενικά
- αναγουλιαστικά
- → δείτε τη λέξη αναγουλιάζω
Μεταφράσεις
αναγουλιαστικός