αναδευτήρας
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αγώνας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαρητυεδανα
αναδευτήρας αρσενικό
- εργαλείοΚατηγορία:Εργαλεία (νέα ελληνικά), εξάρτημα ή συσκευή που αναδεύει, ανακατεύει υλικά (συνήθως ένα υγρό μείγμα).
Εκφράσεις
- χειροκίνητος αναδευτήρας
- μαγνητικός αναδευτήρας (συσκευή χημικού εργαστηρίου)
- μηχανοκίνητος αναδευτήρας
Συνώνυμα
- αναδευτήρι (συνήθως για μικρότερα εργαλεία)
- αναμικτήρας
- αναμικτήρι
- χτυπητήρι (μαγειρική)
- αβγοδάρτης (ειδικά για αβγά)
Συγγενικά
- → δείτε τη λέξη αναδεύω
Δείτε επίσης
Σημειώσεις
Σημειώσεις επισκεπτών: