ανακαλλιέργεια

Νέα ελληνικά (el)

λείπει η κλίσηΚατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ανακαλλιέργεια < ανα-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ανα- (νέα ελληνικά) + καλλιέργεια (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) subculture[1])

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιεγρειλλακανα

ανακαλλιέργεια θηλυκό

  1. (γενικότερα, σπάνιοΚατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά), λόγιοΚατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)) επαναληπτική ή εκ νέου διαδικασία καλλιέργειας
  2. (βιολογίαΚατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά), ειδικότερα) καλλιέργεια μικροοργανισμών που προκύπτει από μεταφορά υλικού από προϋπάρχουσα καλλιέργεια σε νέο θρεπτικό υπόστρωμα

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιεγρειλλακανα
  1. ανακαλλιέργεια - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ανα- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)