ανακεκαμμένο σύμφωνο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | ανακεκαμμένο σύμφωνο | τα | ανακεκαμμένα σύμφωνα |
| γενική | του | ανακεκαμμένου συμφώνου | των | ανακεκαμμένων συμφώνων |
| αιτιατική | το | ανακεκαμμένο σύμφωνο | τα | ανακεκαμμένα σύμφωνα |
| κλητική | ανακεκαμμένο σύμφωνο | ανακεκαμμένα σύμφωνα | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- ανακεκαμμένο σύμφωνο → δείτε τις λέξεις ανακεκαμμένος και σύμφωνο
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ονωφμυσονεμμακεκανα
ανακεκαμμένο σύμφωνο ουδέτερο
- (φωνητικήΚατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά), φωνολογίαΚατηγορία:Φωνολογία (νέα ελληνικά)) σύμφωνο που ταξινομείται ως ανακεκαμμένο με βάση τον τόπο άρθρωσής του, που εκφέρεται τοποθετώντας την κάτω πλευρά της άκρης της γλώσσας πίσω από τα φατνία (στην μεταφατνιακή έως ουρανική περιοχή της στοματικής κοιλότητας)[1]
Σημειώσεις
στην κρητική διάλεκτο, υπάρχει: (Παράρτημα:Προφορά/νέα ελληνικά#Σύμφωνα)
- το [ɻ] (ηχηρό ανακεκαμμένο προσεγγιστικό)
Δείτε επίσης
Είδη συμφώνων
| στην φωνητική |
|---|
| άηχο σύμφωνο • ανακεκαμμένο σύμφωνο • διχειλικό σύμφωνο • ένηχο σύμφωνο • ηχηρό σύμφωνο • κεντρικό σύμφωνο • κλειστό σύμφωνο • μη πνευμονικό σύμφωνο • μονοπαλλόμενο σύμφωνο • παλλόμενο σύμφωνο • πλευρικό σύμφωνο • πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο • πνευμονικό σύμφωνο • προσεγγιστικό σύμφωνο • πολυπαλλόμενο σύμφωνο • προστριβόμενο σύμφωνο • ρινικό/έρρινο σύμφωνο • στοματικό σύμφωνο • τριβόμενο σύμφωνο • υπερωικό σύμφωνο • φατνιακό σύμφωνο • φρακτικό σύμφωνο • χειλοδοντικό σύμφωνο |
| στην φωνητική και στην ελληνική γραμματική |
| διπλό σύμφωνο • οδοντικό σύμφωνο • ουρανικό σύμφωνο • υγρό σύμφωνο • χειλικό σύμφωνο |
| στην ελληνική γραμματική |
| άφωνο σύμφωνο, δασύ(πνοο) σύμφωνο, συριστικό σύμφωνο, ψιλό(πνοο) σύμφωνο |
| → δείτε και τον όρο ημίφωνο |
Μεταφράσεις
ανακεκαμμένο σύμφωνο
Αναφορές
- ↑ ανακεκαμμένο - Συγκριτική περιγραφή Αλβανικής - Ελληνικής: Κεφάλαιο 1 - Φωνητική
- ↑ ανακεκαμμένο σύμφωνο - Λεξικό γλωσσολογικών όρων - Digital PanGloss, όροι στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2006‑08)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φωνολογία (νέα ελληνικά)