ανακεφαλαιωτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανακεφαλαιωτικός η ανακεφαλαιωτική το ανακεφαλαιωτικό
      γενική του ανακεφαλαιωτικού της ανακεφαλαιωτικής του ανακεφαλαιωτικού
    αιτιατική τον ανακεφαλαιωτικό την ανακεφαλαιωτική το ανακεφαλαιωτικό
     κλητική ανακεφαλαιωτικέ ανακεφαλαιωτική ανακεφαλαιωτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανακεφαλαιωτικοί οι ανακεφαλαιωτικές τα ανακεφαλαιωτικά
      γενική των ανακεφαλαιωτικών των ανακεφαλαιωτικών των ανακεφαλαιωτικών
    αιτιατική τους ανακεφαλαιωτικούς τις ανακεφαλαιωτικές τα ανακεφαλαιωτικά
     κλητική ανακεφαλαιωτικοί ανακεφαλαιωτικές ανακεφαλαιωτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ανακεφαλαιωτικός < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτωιαλαφεκανα

ανακεφαλαιωτικός

  1. σχετικός με την ανακεφαλαίωση
  2. που επιτρέπει / που εξυπηρετεί την ανακεφαλαίωση

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτωιαλαφεκανα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά