αναμπουμπούλα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναμπουμπούλα οι αναμπουμπούλες
      γενική της αναμπουμπούλας
    αιτιατική την αναμπουμπούλα τις αναμπουμπούλες
     κλητική αναμπουμπούλα αναμπουμπούλες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αναμπουμπούλα < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αλυοπμυοπμανα

αναμπουμπούλα θηλυκό

  • κατάσταση μεγάλης αναταραχής, αναστάτωσης και συνήθως πολύ θορυβώδης

Συνώνυμα

Παροιμίες

  • ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαίρεται: όταν παρουσιάζεται μια ανώμαλη κατάσταση συνήθως παρουσιάζονται και επιτήδειοι που την εκμεταλλεύονται για προσωπικό όφελος (χρησιμοποιείται με διαφορετικό τονισμό ή σειρά των λέξεων για να τονίσει είτε το πόσο επικίνδυνη είναι η κατάσταση είτε ότι κάποιο άτομο εκμεταλλεύεται την κατάσταση)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αλυοπμυοπμανα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)