αναπαραγωγικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αναπαραγωγικός η αναπαραγωγική το αναπαραγωγικό
      γενική του αναπαραγωγικού της αναπαραγωγικής του αναπαραγωγικού
    αιτιατική τον αναπαραγωγικό την αναπαραγωγική το αναπαραγωγικό
     κλητική αναπαραγωγικέ αναπαραγωγική αναπαραγωγικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αναπαραγωγικοί οι αναπαραγωγικές τα αναπαραγωγικά
      γενική των αναπαραγωγικών των αναπαραγωγικών των αναπαραγωγικών
    αιτιατική τους αναπαραγωγικούς τις αναπαραγωγικές τα αναπαραγωγικά
     κλητική αναπαραγωγικοί αναπαραγωγικές αναπαραγωγικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αναπαραγωγικός < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγωγαραπανα

αναπαραγωγικός

  • που αναφέρεται στην αναπαραγωγή
    τα αναπαραγωγικά όργανα των λουλουδιών είναι οι στήμονες και ο ύπερος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγωγαραπανα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά