αναπληρωματική έκταση

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναπληρωματική έκταση οι αναπληρωματικές εκτάσεις
      γενική της αναπληρωματικής έκτασης
& αναπληρωματικής εκτάσεως
των αναπληρωματικών εκτάσεων
    αιτιατική τη αναπληρωματική έκταση τις αναπληρωματικές εκτάσεις
     κλητική αναπληρωματική έκταση αναπληρωματικές εκτάσεις
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αναπληρωματική έκταση <  δείτε τις λέξεις αναπληρωματικός και έκταση, μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Εrsatzdehnung

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησατκεηκιταμωρηλπανα

αναπληρωματική έκταση θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησατκεηκιταμωρηλπανα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γραμματική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)