ανατολίζουσα περίοδος
Νέα ελληνικά (el)
→ λείπει η κλίσηΚατηγορία:Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ανατολίζουσα περίοδος < → δείτε τις λέξεις ανατολίζων και περίοδος
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοδοιρεπασυοζιλοτανα
ανατολίζουσα περίοδος θηλυκό
- (αρχαιολογία)Κατηγορία:Αρχαιολογία (νέα ελληνικά) φάση της αρχαϊκής ελληνικής τέχνης (8ος–7ος αι. π.Χ.) που χαρακτηρίζεται από έντονη αφομοίωση διακοσμητικών και θεματικών στοιχείων από τον κόσμο της Εγγύς Ανατολής και της Αιγύπτου
Μεταφράσεις
ανατολίζουσα περίοδος
|
|
Πηγές
- ανατολίζων - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοδοιρεπασυοζιλοτανα