αναφορική ακεραιότητα
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αναφορική ακεραιότητα < → δείτε τις λέξεις αναφορικός και ακεραιότητα, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) referential integrity
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοιαρεκαηκιροφανα
αναφορική ακεραιότητα
- (βάσεις δεδομένων)Κατηγορία:Βάσεις δεδομένων (νέα ελληνικά), (σχεσιακές βάσεις δεδομένων) βλ. συνώνυμο ακεραιότητα αναφορών[1][2]
Συνώνυμα
Συγγενικά
Υπερώνυμα
Υπώνυμα
Μεταφράσεις
αναφορική ακεραιότητα
Αναφορές
- ↑ βλ. και «αυστηρό ορισμό», Μ.Χατζόπουλος, 2009, Το Σχεσιακό Μοντέλο - Σχεσιακή Άλγεβρα, Σχεσιακός Λογισμός, σελ. 17-19. Προσπέλαση 2020-02-06
- ↑ Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 47, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Βάσεις δεδομένων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)