ανεκδοτολογικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ανεκδοτολογικός < ανεκδοτολόγος / ανεκδοτολογία + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγολοτοδκενα
ανεκδοτολογικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με τον ανεκδοτολόγο ή την ανεκδοτολογία ή αναφέρεται σ’ αυτά
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις ανεκδοτολόγος, ανέκδοτο και δίνω