ανθοκηπευτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανθοκηπευτικός η ανθοκηπευτική το ανθοκηπευτικό
      γενική του ανθοκηπευτικού της ανθοκηπευτικής του ανθοκηπευτικού
    αιτιατική τον ανθοκηπευτικό την ανθοκηπευτική το ανθοκηπευτικό
     κλητική ανθοκηπευτικέ ανθοκηπευτική ανθοκηπευτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανθοκηπευτικοί οι ανθοκηπευτικές τα ανθοκηπευτικά
      γενική των ανθοκηπευτικών των ανθοκηπευτικών των ανθοκηπευτικών
    αιτιατική τους ανθοκηπευτικούς τις ανθοκηπευτικές τα ανθοκηπευτικά
     κλητική ανθοκηπευτικοί ανθοκηπευτικές ανθοκηπευτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ανθοκηπευτικός < ανθο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ανθο- (νέα ελληνικά) + κηπευτικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτυεπηκοθνα

ανθοκηπευτικός

  1. που έχει σχέση με ανθόκηπο, αναφέρεται ή καλλιεργείται σʼ αυτόν
  2. (ουσιαστικοποιημένο) ανθοκηπευτικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ανθο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά