αντιαρρυθμικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αντιαρρυθμικός η αντιαρρυθμική το αντιαρρυθμικό
      γενική του αντιαρρυθμικού της αντιαρρυθμικής του αντιαρρυθμικού
    αιτιατική τον αντιαρρυθμικό την αντιαρρυθμική το αντιαρρυθμικό
     κλητική αντιαρρυθμικέ αντιαρρυθμική αντιαρρυθμικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αντιαρρυθμικοί οι αντιαρρυθμικές τα αντιαρρυθμικά
      γενική των αντιαρρυθμικών των αντιαρρυθμικών των αντιαρρυθμικών
    αιτιατική τους αντιαρρυθμικούς τις αντιαρρυθμικές τα αντιαρρυθμικά
     κλητική αντιαρρυθμικοί αντιαρρυθμικές αντιαρρυθμικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αντιαρρυθμικός < λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) antiarrhythmic < arrhythmia < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) ἀρρυθμία < ἄρρυθμος < ῥυθμός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιμθυρραιτνα

αντιαρρυθμικός, -ή, -ό

  1. (ιατρικήΚατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά), φαρμακευτικήΚατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά)) που σχετίζεται με φάρμακο ή ουσία που ρυθμίζει ή αποκαθιστά τον φυσιολογικό καρδιακό ρυθμό, παρεμβαίνοντας σε μηχανισμούς που προκαλούν αρρυθμίες
  2. (ουσιαστικοποιημένο) αντιαρρυθμικό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιμθυρραιτνα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά)