αντιγονορροϊκός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αντιγονορροϊκός < αντι- + γονόρροια + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιορρονογιτνα
αντιγονορροϊκός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με την αντιμετώπιση της γονόρροιας ή συμβάλλει σ’ αυτή
Συνώνυμα
Συγγενικά
- → δείτε τη λέξη γονόρροια
Μεταφράσεις
αντιγονορροϊκός