αντιδιαρρηκτικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- αντιδιαρρηκτικός < αντι-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αντι- (νέα ελληνικά) + διαρρηκτικός
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτκηρραιδιτνα
αντιδιαρρηκτικός, -ή, -ό
- που συμβάλλει στην παρεμπόδιση ή την αποτροπή των διαρρήξεων
Αντώνυμα
Μεταφράσεις
αντιδιαρρηκτικός
|
|