αντικυτταριτιδικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιδιτιραττυκιτνα
αντικυτταριτιδικός, -ή, -ό
- που αφορά παράγοντα, ουσία ή προϊόν που επιδιώκει να μειώσει τη συσσώρευση λίπους και την ανώμαλη υφή του δέρματος που προκαλείται από την κυτταρίτιδα
Μεταφράσεις
αντικυτταριτιδικός